Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Ταξίδι στον κόσμο των αναμνήσεων

 
                             Δεν άντεχα άλλο.Η αναπνοή μου ήταν ασταθής. Όχι επειδή έτρεχα αλλά από την ανυπομονησία μου να την δω. Όλο μου το σώμα παραπονιόταν, όμως δεν θα το έβαζα κάτω σχεδόν είχα φτάσει. Το τσιμεντένιο δρομάκι ήταν το τελευταίο μέρος της διαδρομής μου. Γύρω του λίγες βελανιδιές. Μία εδώ μία εκεί άλλη πιο κάτω. Από τότε που ήμουν μικρό κοριτσάκι είχα μια απορία. Πως μπόρεσαν να φυτρώσουν εδώ; Το ξερό χορτάρι είχε μεγαλώσει.Ξαφνικά χωρίς να το συνειδητοποιήσω είχα σταματήσει. Κοιτούσα μια βελανιδιά. Αυτή ήταν ξεχωριστή. Πήγα κοντά της. Άρχισα να σκάβω το χώμα που είχε αρκετή άμμο πάνω του. Μετά από ένα λεπτό το βρήκα. Ένα κοχύλι. Ήταν βρόμικο και καφέ από το χώμα. Το κράτησα στο χέρι μου και το κοίταζα. Όλα είχαν εξαφανιστεί για ένα λεπτό. Ταξίδευα. Ταξίδευα κάπου μακριά.
 Ήμουν μόλις επτά ετών και πολύ χαρούμενη. Είχα βρει ένα ανεκτίμητο θησαυρό. Όλοι θα το θαύμαζαν και θα επιθυμούσαν  να τους το δείξω. Δεν με ενοχλούσε που ήμουν βρεγμένη. Αντιθέτως τις λάτρευα τις σταγόνες της θάλασσας πάνω σ' όλο μου το κορμί. Πήγα και το έδειξα σε όλους. Αδιαφόρησαν. Ένιωθα την απογοήτευση να με τυλίγει. Όμως η μαμά μου με πλησίασε. Με αγκάλιασε και με φίλησε στο μάγουλο. Της έδωσα τον μικρό μου θησαυρό. <<Έλα πάμε κάπου >> μου είπε. Φύγαμε από την παραλία και αφήσαμε του υπόλοιπους πίσω. Φτάσαμε σε μια βελανιδιά.
Πόσα παιχνίδια είχα παίξει σ' αυτό το δέντρο! Αμέτρητα! <<Ένας τόσο πολύτιμος θησαυρός πρέπει να φυλαχτεί. Έλα βοήθησε με να σκάψω εδώ>>. Σκάψαμε ένα μικρό λάκκο το έβαλε μέσα και το σκέπασε με χώμα. <<Μαμά γιατί θάψαμε τον θησαυρό μου;>>. Εκείνη γέλασε και μου είπε <<Μετά από μερικά χρόνια θα έρθεις και θα το βρεις. Θα το κρατήσεις για πάντα γιατί βλέπω στα μάτια σου πόσο σημαντικό είναι. Το αφήνουμε εδώ για ένα παιχνίδι μνήμης. Αν όταν το θυμάσαι ακόμα τότε θα έχει πετύχει τον σκοπό του>>.
Γύρισα στο παρόν και μόνο τώρα κατάλαβα το νόημα των λόγων της. Ύστερα από τόσα χρόνια. Ότι αγαπάς πάντα γυρνάς να το πάρεις πίσω, αλλιώς δεν είναι αληθινό. Χάχα! Σηκώθηκα και συνέχισα τον δρόμο μου. Τα χέρια και τα γόνατα μου είχαν λερωθεί αλλά δεν με πείραζε. Τότε με το επόμενο μου βήμα είχα επιτέλους φτάσει. Τώρα ακουμπούσα στην άμμο. Ήταν δροσερή τέτοια εποχή. Έβγαλα τα παπούτσια μου και τα πήρα στο χέρι.Προχώρησα στο μοναδικό ξύλινο παγκάκι εκεί κοντά. Άφησα τα παπούτσια και την ζακέτα μου. Περπάτησα σταθερά προς την γαληνεμένη θάλασσα.
Έπλυνα το κοχύλι και εκείνο πήρε το κανονικό του χρώμα.
Το έβαλα στην τσέπη του παντελονιού μου. Έλυσα την κοτσίδα μου και άφησα τα μαλλιά μου στο έλεος του αέρα. Φορούσα ένα άσπρο παντελόνι ως το γόνατο με δύο τσέπες  και ένα απλό μαύρο μπλουζάκι που έγραφε πάνω του: I love music μέσα σε μια καρδιά.Από μακριά είδα ένα παλιό αναποδογυρισμένο καΐκι .Το θυμάμαι πολύ καλά. Εκεί ήταν που έκανα πύργους στην άμμο, εκεί ήταν όταν έθαψα το σώμα του αδερφού μου στην άμμο και το έκανα όσο μπορούσα να μοιάζει με γοργόνα. Βέβαια το αποτέλεσμα ήταν αστείο. Είχα γεμίσει με φύκια και κοχύλια την άμμο με αποτέλεσμα να μοιάζει με οτιδήποτε άλλο εκτός από γοργόνα.Άγγιζα το καΐκι και η καρδιά μου γέμιζε νοσταλγία για τις παλιές μου καλοκαιρινές διακοπές.
Έβγαλα την φωτογραφική μηχανή μου. Άρχισα να τραβάω φωτογραφίες το καΐκι, την θάλασσα και το κοχύλι. Η πρώτη αποτύπωσε το καΐκι από λίγο μακρινή απόσταση πάνω στην άμμο. Η άλλη την θάλασσα. Μια άλλη το κοχύλι μισό μέσα στην άμμο και μισό στην επιφάνεια. Έμοιαζε σαν ένα θησαυρό που μόλις είχε ανακαλυφθεί. Τράβηξα και μία με το καΐκι και στο βάθος την θάλασσα.Ήταν η ώρα να πάρω τον δρόμο του γυρισμού. Έβλεπα τον ήλιο να μου λέει ότι θα δύσει σε είκοσι λεπτάκια. Προχωρούσα προς το παγκάκι όταν χωρίς να σκέφτομαι τίποτα ξάπλωσα στην άμμο.
 Η αίσθηση της πάνω μου ήταν υπέροχη. Σηκώθηκα αυτόματα. Έπρεπε να γυρίσω πίσω.
Έβαλα τα παπούτσια μου και ξαναφόρεσα την ζακέτα μου. Το τσιμεντένιο δρομάκι με προσκαλούσε.Σταμάτησα δίπλα από την βελανιδιά. Την θαύμασα για λίγο και ύστερα την απαθανάτισα σε τρεις φωτογραφίες. <<Αντίο>> είπα και συνέχισα τον δρόμο μου. Άφηνα πίσω ένα κομμάτι της ψυχής μου. Ένα κομμάτι της ζωής μου.Τώρα βρίσκομαι πάλι σπίτι μακριά από την αγαπημένη μου θάλασσα. Κρατώ το κοχύλι στο χέρι μου και χαζεύω έξω από το παράθυρο του δωματίου μου. Βλέπω τις πολυκατοικίες και τα αμάξια. Αμέτρητα. Ανοίγω το παράθυρο και βγάζω το κεφάλι μου έξω. Ένα από τα πρώτα βιαστικά αεράκια της άνοιξης μου χαϊδεύει το πρόσωπο. Ίσως και να είναι η ιδέα μου. Ίσως η ενέργεια του κοχυλιού. Πλάι στο κομοδίνο μου ένα μουσικό κουτάκι. Το νέο του κέλυφος θα το προστατεύει. Τοποθετημένο στο εξής στο μπαούλο της σοφίτας μας. Το καλοκαίρι στο χειμώνα. Να με επισκέπτεται κάθε φορά που το καλώ.

                                                                                                                                                                         Ιφιγένεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου