Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Συν-άη-ντηση

Ήταν μια αχνισμένη παραμονή πρωτοχρονιάς όταν τον συνάντησα. Ήταν διαφορετικός από ότι ήξερα και γνώριζα. Φορούσε μια κόκκινη με πράσινο στολή, μεγάλες μαύρες μπότες, πράσινη ζώνη και ριγέ σκουφάκι. Βρισκόταν στη σκεπή ενός γειτονικού μου σπιτιού και είχα μόνο εγώ το προνόμιο να τον παρατηρήσω, καθώς το δωμάτιό μου έχει τέτοια γωνία που ήταν μόνο ορατό σε εμένα. Κατέβηκα αμέσως στο σαλόνι με την κρυφή λαχτάρα να τον συναντήσω, αφού δεν μας είχε επισκεφτεί ακόμα. Κρύφτηκα σε ένα σημείο που μπορούσα να τον δω χωρίς να με καταλάβει. Μετά από τρία λεπτά αναμονής πίσω από τον καναπέ, κουκουλωμένος με μαξιλάρια και κουβέρτες για να μη φανώ, τον είδα. Επιτέλους όλες μου οι απορίες και τα ερωτήματα για το αν υπάρχει ο γλυκός και παχουλός αυτός άντρας που γεμίζει τις καρδιές των παιδιών με την ελπίδα ότι και αυτόν τον χρόνο θα βρουν δώρα κάτω από το δέντρο, επαληθεύτηκαν. Η ύπαρξη του και μόνο δίνει το κίνητρο στους ανθρώπους, για να συνεχίσουν να πιστεύουν σε πράγματα που για μερικούς φαντάζουν απραγματοποίητα. Παρατηρώντας τον μου φάνηκε κουρασμένος όχι τόσο σωματικά λόγω της μακρινής διαδρομής όσο ψυχικά. Έτσι όπως τον είδα να τοποθετεί τα δώρα και να κάθεται στην πολυθρόνα μπροστά από το τζάκι τρώγοντας τα μπισκότα, είχε μια έκφραση μελαγχολική.



 Μια σκέψη μού ήρθε στο μυαλό περίεργη. Μήπως ο Άι- Βασίλης δουλεύει για όλους μας και δεν ακούει από κανέναν ένα ευχαριστώ; Έχουμε αναρωτηθεί ποτέ, γιατί δεν έχουμε δει ποτέ τον Άι-Βασίλη. Επειδή, δεν έχουμε προσπαθήσει, δεν έχουμε κάτσει ως αργά να τον περιμένουμε, να τον ρωτήσουμε τι κάνει, πόσο δύσκολη είναι η δουλειά του, να τον ευχαριστήσουμε. Έχω καταλάβει ότι όσοι πιστεύουν στον Άι-Βασίλη είναι μικροί σε ηλικία και είναι γνωστό το ‘‘γιατί’’. Διότι, τα μικρά παιδιά έχουν την υπομονή να τον περιμένουν ως αργά στο σαλόνι για να τον δουν και έχουν καθαρή ψυχή και αγνή καρδιά για να πιστεύουν σε ένα υπαρκτό όνειρο τον Άι-Βασίλη.

 Παίρνοντας δύναμη από τις πολλές σκέψεις της στιγμής εκείνης και τα ερωτηματικά που στροβιλίζονταν στο μυαλό μου σηκώθηκα και τον χαιρέτησα. Ξαφνιάστηκε και προσπάθησε να βρει δικαιολογίες ότι δεν είναι αυτός που νομίζω. Τον κοίταξα στα μάτια και του είπα :Μη μου λες ψέματα. Αφού σε είδα να πέφτεις από την καμινάδα και να τοποθετείς τα δώρα. Χαμογέλασε και μου ζήτησε να καθίσουμε, να μάθουμε ο ένας για τον άλλον. Άρχισα να του κάνω ασταμάτητα ερωτήσεις για την προσωπική του ζωή και για τα μέρη που έχει δει. Καθόμασταν δύο ώρες και μιλούσαμε. Ναι, ένα πεντάχρονο μιλούσε σοβαρά με έναν άντρα που ούτε αυτός θυμάται πόσο χρονών είναι. Στη διάρκεια που μιλούσε, έκλεισα τα μάτια και προσπαθούσα να φανταστώ τις περιπέτειες του. Αλλά όταν τα άνοιξα είχε εξαφανιστεί με ένα σημείωμα στο τραπέζι που έλεγε: Παιδί μου, μη σταματήσεις να πιστεύεις σε πράγματα που σε κάνουν χαρούμενο, γιατί αυτό θα έχεις ως βάση στην υπόλοιπη σου ζωή.


Υ.Γ. Πείσε τους γονείς σου να μεγαλώσουν την καμινάδα για να μη δυσκολεύομαι τόσο στην κατάβαση. Εκείνο το βράδυ αποφάσισα να μην πάψω να πιστεύω σε πράγματα που αγαπώ και μου κάνουν τη ζωή μου μοναδική και ενδιαφέρουσα.

Βασίλης Ξανθόπουλος
Αφιερωμένο στην Β2΄ τάξη



Μαμά, μίλα μου για τα Χριστούγεννα-Πόντος


(Πόντος) Πριν λίγες μέρες βρήκα τον χρόνο μαζί με την μαμά μου και έτσι έκατσα μαζί της και της πήρα μια συνέντευξη για το πως περνούσε τα Χριστούγεννα στην παιδική της ηλικία… Μετά από ένα μαγευτικό ταξίδι λοιπόν στα παιδικά της χρόνια καταφέραμε και βγάλαμε ένα καλό αποτέλεσμα. Ελπίζω να σας αρέσει…
-Λοιπόν μαμά θέλω να μας πεις πως περνούσες τα Χριστούγεννα στην παιδική σου ηλικία ή γενικότερα στην εφηβεία σου.
 -Αχχχ Αυτή η εποχή για μένα ήταν από τις ωραιότερες εποχές της ζωής μου .Ήταν η αγαπημένη μου γιορτή και είναι ακόμα.
 - Ωραία. Έχω ακούσει πως στον Πόντο δεν γιορτάζατε κανονικά στις 24 Δεκεμβρίου τα Χριστούγεννα, αλλά στις 31. Ισχύει κάτι τέτοιο;
 -Η αλήθεια είναι πως ναι, εμείς γιορτάζαμε τα Χριστούγεννα στις 7 Ιανουαρίου και την Πρωτοχρονιά στις 31 Δεκεμβρίου.
-Και πως περνούσατε την παραμονή;
 -Το πρωί ξυπνούσαμε και μπαίναμε στην κουζίνα όπου η μάμα μου και η γιαγιά μου είχαν ήδη από πρωί -πρωί ξεκινήσει το μαγείρεμα.Εγώ με τις αδελφές μου κάναμε τις δουλειές του σπιτιού και θυμάμαι που ποτέ δεν αφήναμε άπλυτο ρούχο, γιατί το θεωρούσαμε γρουσουζιά. Το απόγευμα στολίζαμε το δέντρο το οποίο έφερνε ο μπαμπάς μου από το βουνό.Βάζαμε τα φωτάκια, γυάλινες μπάλες και βαμβάκι για να φαίνεται σαν χιονισμένο. Μόλις τελειώναμε με τον στολισμό κλίναμε τα φώτα και η μικρότερη από τις αδελφές μου έβαζε τα φωτάκια στην πρίζα. Τα φωτάκια έλαμπαν στο σκοτάδι και εμείς τραγουδούσαμε τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο δώρο που παίρναμε από τους γονείς μας. Και λέγαμε…

 Να το δέντρο στολισμένο Μες της σάλας την γωνιά Με λαχτάρα περιμένω Την καλή Πρωτοχρονιά.
Κατά τις δέκα το βράδυ μαζευόμασταν μια μεγάλη παρέα από παιδιά και πηγαίναμε με τη συνοδεία ενός μεγάλου και με φαναράκια στα χέρια για να πούμε τα κάλαντα, με την συνοδεία ποντιακής λύρας(κεμεντζέ).Ο καθένας σπιτονοικοκύρης μας έδινε ό,τι μπορούσε είτε φουντούκια είτε καραμέλες είτε λεφτά. Μετά από μιάμιση ώρα μαζευόμασταν όλα τα παιδιά στα σπίτια μας. Πριν ακόμα φτάσουμε η γιαγιά μου έβγαζε στο μπαλκόνι την εικόνα της παναγίας τυλιγμένη σε μια λευκή πετσέτα αυτό ήταν ένα έθιμο το οποίο θα σας αναφέρω στην συνέχεια. Το τραπέζι μας πάντα ήταν στρωμένο από νωρίς και πάνω σε αυτό ξεχώριζε η Βασιλόπιτα μας αλλά και άλλες διάφορες ποντιακές λιχουδιές. Ήρθε η ώρα να σας πω για το έθιμο της Παναγίας.Η εικόνα της Παναγίας στα χρόνια μας συμβόλιζε την ευλογία της χρονιάς ο καθένας από τα μέλη της οικογένειας μας έπαιρνε στην χούφτα του φουντούκια και κέρματα.Μέτα βγαίναμε έξω στις δώδεκα παρά δέκα και περιμέναμε να πάει δώδεκα η ώρα για να μπούμε μέσα. Η γιαγιά μου έμπαινε πρώτη στο σπίτι με την εικόνα στα χέρια η οποία θεωρούνταν πως μας έκανε ποδαρικό λέγοντας … Εβλοημένος να εν αβούτος ο χρόνος. Και εμείς μπαίναμε μέσα πετώντας ό,τι κρατούσαμε στα χέρια μας στο ταβάνι. Στην συνέχεια πριν κάτσουμε στο τραπέζι να φάμε κόβαμε την βασιλόπιτα. Εκεί περιμέναμε να δούμε σε ποιον θα πέσει το φλουρί. Πάντα όμως σε όποιον και να τύχαινε το φλουρί το βάζαμε στα κρυφά στο πιάτο της μικρής μου αδελφής, ώστε να μην θυμώσει. Αργότερα τρώγαμε, τραγουδούσαμε και έτσι περνούσαμε την πρωτοχρονιά.
Την Παραμονή Χριστουγέννων το πρωί πηγαίναμε με την γιαγιά στην εκκλησία γυρνώντας από εκεί λέγαμε στον δρόμοι τα κάλαντα μοιράζοντας γλυκά και λέγοντας :ο Χριστός να βοηθά σας. Στο σπίτι μαγειρεύαμε και προετοιμαζόμασταν για το τραπέζι των Χριστουγέννων.Το πιο βασικό φαγητό ήταν κοτόπουλο με καρύδια και λαχανοντολμάδες και μια σαλάτα με Σολωμό και διάφορα άλλα λαχανικά με μαγιονέζα Φτιάχναμε και ψωμί στον πέτρινο μας φούρνο και το πρώτο ψωμί το ονομάζαμε το ψωμί του Χριστού το οποίο κοβόταν στο τραπέζι. Λέγαμε τα κάλαντα κάλαντα και σε κάθε σπίτι ευχόμασταν .: Αδά σο σπιτ ντο έρθαμε να ζει ο νοικοκύρης Να ζει χρόνους εκατό και μέρες χιλιάδες. Και έτσι περνούσαν και τα Χριστούγεννα τα οποία θυμάμαι και συγκινούμαι και δεν θα ξεχάσω ποτέ.
- Θα ήθελες να ευχηθείς κάτι; -Εύχομαι σε όλους καλά Χριστούγεννα,να τηρούν τα ήθη και τα έθιμα του τόπου τους και υγειά-χαρά σε όλο τον κόσμο.

 Μουρατίδου Έλενα